• By
  • 12 Αυγούστου 2026

Κατά την πανήγυρη του ιστορικού Ι. Ναού της Αγίας Παρασκευής Πικριδίου στην Κωνσταντινούπολη, στις 26 Ιουλίου 2026, η Α.Θ. Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος μίλησε με συγκίνηση για τους αγίους μάρτυρες και τη σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν στις ημέρες μας οι διωκόμενοι χριστιανοί.

Στην ομιλία του, ο Οικουμενικός Πατριάρχης εξέφρασε, ακόμη μία φορά, τη θλίψη του για τον άδικο πόλεμο της Ρωσίας εναντίον της ομόδοξης γειτονικής Ουκρανίας, ένας πόλεμος που έχει την πλήρη επιδοκιμασία του Πατριαρχείου Μόσχας και έχει μάλιστα χαρακτηριστεί από αυτό και ως «ιερός». Όπως έχει επανειλημμένως τονίσει ο Παναγιώτατος, η έννοια του «ιερού πολέμου» είναι αντιφατική και ότι τέτοιος πόλεμος δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ.

«Η αλήθεια πολεμάται. Οι οπαδοί του Αναστάντος και πάλι διώκονται, ιδίως στην Μέση Ανατολή, τη μήτρα που γέννησε τον Χριστιανισμό, και η οποία δίδει και στην εποχή μας νεομάρτυρες της πίστεως» τόνισε ειδικότερα ο Παναγιώτατος. Όπως επισήμανε, οι πόλεμοι κηρύσσονται ακόμη και στο όνομα του «Άρχοντος της Ειρήνης», όπως συμβαίνει στις ημέρες μας.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης χαρακτήρισε τραγικό το γεγονός ότι «η Ορθόδοξος Ρωσσική Ομοσπονδία εστράφη εναντίον της ομοδόξου γείτονός της», ενώ η εκκλησιαστική ηγεσία της χώρας χαρακτήρισε «ιερό πόλεμο» τη σύγκρουση που προκάλεσε η ρωσική επίθεση. Όπως είπε, η ηγεσία του Πατριαρχείου Μόσχας έφθασε στο σημείο «να ευλογή τα όπλα δυσί ταίς χερσί και να υπόσχεται στους νέους Ρώσσους στρατιώτες που ρίχνονται στη μάχη κατά των Ουκρανών αδελφών τους, ότι έτσι τάχα θα κληρονομήσουν ζωήν την αιώνιον».

Στις 20 Μαΐου 2026, ο Παναγιώτατος αναφέρθηκε εκτενέστερα στις έννοιες της ιερότητας και του πολέμου, οι οποίες και είναι, όπως είπε, απολύτως ασύμβατες μεταξύ τους: «Η νέα κτίσις που μας χαρίζει ο Αναστάς Κύριος δεν επιτρέπει μίσος και εχθρότητα, αλλά μόνον αγάπη, αγάπη άνευ ορίων, συγκατάβασι και κατανόησι. Εν τούτω γνώσονται πάντες ότι είμεθα γνήσιοι μαθητές του Αναστάντος, εάν έχουμε αγάπη προς αλλήλους και προς πάντας. Και εάν κηρύττουμε πάντοτε και μόνον την ειρήνη και την συναδέλφωσι μεταξύ των ανθρώπων και των λαών, και όχι τον πόλεμον, βαπτίζοντάς τον, μάλιστα, “ιερόν”, προκειμένου να γίνουμε αρεστοί και να κολακεύσουμε μια αυταρχική κοσμική εξουσία! Δεν υπήρξε ποτέ και ούτε βεβαίως θα υπάρξη “ιερός πόλεμος”! Ιερότης και πόλεμος είναι δύο έννοιες εκ φύσεως αντίθετες μεταξύ τους και αλληλοαναιρούμενες, μη δυνάμενες υπό οιανδήποτε μορφήν να συνυπάρξουν!».

Σε άλλη ομιλία του, στις 24 Μαρτίου 2026, την παραμονή της εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, ο Παναγιώτατος κάλεσε τους πιστούς να παρακαλέσουν την Υπεραγία Θεοτόκο για την κατάπαυση των πολέμων: «Ας παρακαλέσουμε απόψε με θέρμη την Παναγία μας να αποδιώξη από τον κόσμο μας τους πολέμους. Να σταματήση το αιματοκύλισμα, τις φρικαλαιότητες, τη βία, την απανθρωπιά μας. Η δική της αρετή και μεσιτεία μπορεί να σταματήση την κακία των ανθρώπων, γιατί ηξιώθη παρά Θεού να λάβη ενεργόν μέρος εις την σωτηρίαν όλων μας. Η Θεοτόκος γίνεται σήμερα η καινή γη και ο καινός ουρανός, από όπου ανατέλλει ένας καινούριος κόσμος. Κόσμος κάλλους, αρετής, σωτηρίας».

Και ο Παναγιώτατος πρόσθεσε: «Ας απλωθή παντού η χαρά της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου, με την οποίαν οι λαοί θα προοδεύσουν εν ομονοία και αδελφοσύνη και θα βαδίσουν από κοινού προς την διαρκή αγάπη, την αληθή δικαιοσύνη, την πολυπόθητη ειρήνη. Μόνον αυτές φέρουν μόνιμον και αναφαίρετον χαράν εις τους ανθρώπους και τους λαούς της γης, αυτήν την οποίαν ευαγγελίζεται η Εκκλησία: “Ευαγγελίζου γη χαράν μεγάλην, αινείτε ουρανοί Θεού την δόξαν!”».

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης ολοκλήρωσε την ομιλία του με μια αναφορά στο νόημα της εορτής του Ευαγγελισμού:«Ευαγγελισμός: Διδασκαλία παρήγορος, φωνή αισιοδοξίας, προκήρυξις χαράς, η καλή αγγελία της ευδοκίας του Θεού και της επί γης ειρήνης!». Η ειρήνη που φέρνει στη γη ο Ευαγγελισμός βρίσκεται στον αντίποδα της ίδιας της λογικής του πολέμου. Επομένως, ο πόλεμος αντιβαίνει στη χριστιανική πίστη.

«Η ιστορία βρίθει από βία και ωμότητα», ανέφερε ο Οικουμενικός Πατριάρχης τον Αύγουστο του 2025, «ποτέ άλλοτε όμως η ανθρωπότητα δεν είχε τη δυνατότητα να αφανίσει ταυτόχρονα τόσες ζωές και τόσο μεγάλο μέρος των πόρων του πλανήτη». Κάλεσε, λοιπόν, τους χριστιανούς να απορρίψουν τον πόλεμο «ως πολιτική και εθνική αναγκαιότητα», τονίζοντας ότι η ειρήνη αποτελεί «υπαρξιακή και πνευματική απαίτηση».

«Η ειρήνη», τόνισε, «αρχίζει πάντοτε –και εν τέλει– από την καρδιά. Απαιτεί χρόνο, κόπο και δάκρυα. Παραμένει, ωστόσο, η μοναδική ελπίδα για την επιβίωσή μας ως ατόμων, ως εθνών και ως ανθρώπινου είδους».

Ο Παναγιώτατος υπενθύμισε στους ακροατές του τα λόγια του Κυρίου: «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται» (Ματθ. 5:9). Ας αναλογιστούμε, συνεπώς, για άλλη μια φορά αυτά τα λόγια υπό το φως της ερμηνείας που έδωσε ο ίδιος: «Το να είμαστε “ειρηνοποιοί” σημαίνει να απομακρυνόμαστε από ό,τι υπηρετεί το δικό μας συμφέρον και να στρεφόμαστε προς ό,τι προασπίζει τα δικαιώματα των άλλων». Η συνεπής και ουσιαστική εφαρμογή αυτής της αρχής θα μπορούσε πράγματι να αλλάξει τον κόσμο.