• 13 Μαΐου 2026

Κατά την πρώτη χιλιετία της ιστορίας της Εκκλησίας, κεντρική θέση κατείχαν οι πέντε Πατριάρχες, οι επίσκοποι, δηλαδή, των μεγάλων εκκλησιαστικών περιοχών. Οι τελευταίες, άλλωστε, διέθεταν συχνά τις δικές τους ιδιαίτερες λειτουργικές παραδόσεις και τον δικό τους τρόπο έκφρασης της Ορθόδοξης πίστης. Οι Πατριάρχες αυτοί προΐσταντο των Εκκλησιών της Ρώμης, της Κωνσταντινουπόλεως, της Αλεξανδρείας, της Αντιοχείας και των Ιεροσολύμων. Σήμερα, στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχουν εννέα Πατριάρχες: της Κωνσταντινουπόλεως, της Αλεξανδρείας, της Αντιοχείας, των Ιεροσολύμων, της Μόσχας, της Γεωργίας, της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας.

Μόνον ένας από αυτούς φέρει τον τίτλο του «Οικουμενικού Πατριάρχη»: είναι ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώμης· από το 1991 τον θρόνο αυτό κατέχει η Α.Θ. Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, ο μακροβιότερος και ένας από τους σημαντικότερους Οικουμενικούς Πατριάρχες στην ιστορία της Εκκλησίας. Ως Αρχιεπίσκοπος  της Κωνσταντινουπόλεως, η Α.Θ. Παναγιότης είναι ο 269ος διάδοχος του Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου, ο οποίος προέστη της Εκκλησίας στη «Βασιλεύουσα».

Ο Αρχιεπίσκοπος της Κωνσταντινουπόλεως φέρει τον τίτλο του Οικουμενικού Πατριάρχη ήδη από το έτος 586, όταν ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Μαυρίκιος απένειμε τον τίτλο «Οικουμενικός» στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Άγιο Ιωάννη τον Νηστευτή. Ο τίτλος αυτός αποδόθηκε επειδή ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ήταν Πατριάρχης της Εκκλησίας στην πρωτεύουσα της μεγάλης αυτοκρατορίας, που ήταν μια υπερδύναμη εκείνη την εποχή.

Ο τίτλος αυτός, ωστόσο, δεν είχε απλώς τιμητικό χαρακτήρα ούτε αποτελούσε μόνο μια αναγνώριση της τιμητικής πρωτοκαθεδρίας του Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως στις λατρευτικές συνάξεις και στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως είχε συγκεκριμένες ευθύνες και αρμοδιότητες, οι οποίες και ήταν μοναδικές μέσα στη ζωή της Εκκλησίας.

Ο 9ος Κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία πραγματοποιήθηκε στη Χαλκηδόνα το 451, ορίζει τα εξής: « Εἰ δέ τις ἐπίσκοπος ἢ κληρικός πρὸς τὸν τῆς ἐπαρχίας μητροπολίτην ἔχοι διάφορον, προσφευγέτω ἢ τῷ ἐξάρχῳ τῆς διοικήσεως ἢ τῷ τῆς βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνῳ, καὶ παρ’ αὐτῷ δικαζέσθω». Ο 17ος Κανόνας προσθέτει: «Εἰ δέ τις ἀδικεῖσθαι νομίζει ὑπὸ τοῦ ἰδίου μητροπολίτου, παρὰ τοῦ ἐξάρχου τῆς διοικήσεως ἢ τοῦ Κωνσταντινουπόλεως θρόνου δικαζέσθω». Παράλληλα, ο 28ος Κανόνας αναφέρει ότι η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως απολαμβάνει «ἴσα πρεσβεῖα» με την Εκκλησία της Ρώμης.

Αν και οι ιδιαίτερες αυτές εκκλησιαστικές αρμοδιότητες της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως ήταν ήδη γνωστές και καθιερωμένες όταν αποδόθηκε στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ο τίτλος του «Οικουμενικού Πατριάρχη», ο Πάπας της Ρώμης, Άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος, είχε, εκείνη την εποχή, έντονα ανησυχήσει. Θεωρώντας πως ο τίτλος αυτός σήμαινε ότι ο Άγιος Ιωάννης ανακηρυσσόταν παγκόσμιος επίσκοπος ολόκληρης της Εκκλησίας, φοβήθηκε πως, αφού αναγνωριζόταν πλέον ένας και μοναδικός επίσκοπος για ολόκληρη την Εκκλησία, όλοι οι υπόλοιποι είχαν, από το επισκοπικό τους λειτούργημα, εκπέσει.

Για αυτό, λοιπόν, και είχε αναφερθεί με αυστηρότητα στο ζήτημα αυτό σε μια επιστολή του προς τον Άγιο Ιωάννη: «Όποιος αποκαλεί τον εαυτό του “οικουμενικό επίσκοπο” ή επιδιώκει αυτόν τον τίτλο, γίνεται, εξαιτίας της αλαζονείας του, πρόδρομος του Αντιχρίστου (…) Είθε όλοι οι χριστιανοί να απορρίψουν αυτόν τον βλάσφημο τίτλο, έναν τίτλο που αφαιρεί την ιερατική τιμή από κάθε ιερέα, όταν σφετερίζεται αλόγιστα από έναν και μόνον».

Δεν ήταν, ωστόσο, αυτό το πραγματικό νόημα του τίτλου «Οικουμενικός Πατριάρχης». Ο τίτλος δεν καθιστούσε τον Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως έναν υπερ-επίσκοπο εις βάρος των υπολοίπων. Ούτε σήμαινε ότι ο Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως ασκούσε εξουσία πέρα από τα όρια της δικής του εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας, παρά μόνον εκείνη που του είχαν αναγνωρίσει η Σύνοδος της Χαλκηδόνος και οι λοιπές Οικουμενικές Σύνοδοι.

Επειδή όμως τότε, όπως και σήμερα, ανήκει στις ευθύνες του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως η επίλυση τυχόν διαφορών ανάμεσα στους επισκόπους, η διακονία του έχει πράγματι οικουμενικό χαρακτήρα. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι διαθέτει πλήρη, άμεση και καθολική δικαιοδοσία σε κάθε μητρόπολη και σε κάθε τοπική Εκκλησία, κατά το πρότυπο του Πάπα της Ρώμης, όπως το αντιλαμβάνεται η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Ούτε σημαίνει ότι είναι προσωπικώς αλάθητος στις διακηρύξεις του περί πίστεως και ήθους, όπως επίσης πρεσβεύει η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία για τον Πάπα της Ρώμης.

Ο τίτλος «Οικουμενικός» για τον Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως σημαίνει ότι η Α.Θ. Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, ακολουθώντας τα βήματα των αγίων προκατόχων του, είναι πράγματι «πρῶτος μεταξύ ἴσων»: ένας επίσκοπος όπως όλοι οι επίσκοποι, ένας ιερέας όπως όλοι οι ιερείς και ένας χριστιανός όπως όλοι οι χριστιανοί· συγχρόνως όμως έχει λάβει εκ Θεού μια ιδιαίτερη ευθύνη για την ενότητα της Εκκλησίας σε όλη την οικουμένη, χωρίς αυτό, ωστόσο, να αναιρεί τα δικαιώματα και τα προνόμια των άλλων επισκόπων.

Υπό αυτή την έννοια, ο Οικουμενικός Πατριάρχης αποτελεί τον κατεξοχήν θεματοφύλακα της ενότητας και της ακεραιότητας της Εκκλησίας σε ολόκληρο τον κόσμο. Δόξα τω Θεώ για αυτή την ανεκλάλητη δωρεά!