• By
  • 26 Ιανουαρίου 2026

Η παρούσα συνέντευξη επιχειρεί να φωτίσει τα κίνητρα και τον τρόπο με τον οποίο η σκηνοθέτις Yelena Popovich προσέγγισε τη δημιουργία μιας μεγάλου μήκους ταινίας για τον Άγιο Μωυσή τον Αιθίοπα, έναν πρώην αρχηγό συμμορίας στην Αίγυπτο του 4ου αιώνα, ο οποίος, μέσα από τη μετάνοια, αναδείχθηκε σε Πατέρα της Ερήμου και μάρτυρα.

Πρόκειται για μια ταινία που προσεγγίζει σύνθετα ζητήματα μετάνοιας, λύτρωσης και πίστης για να συγκινήσει όλους εκείνους που αισθάνονται παγιδευμένοι σε καταστροφικούς τρόπους ζωής. Η δημιουργός της, Yelena Popovich υπογραμμίζει στη συνέντευξη αυτή, τον ωμό ρεαλισμό του έργου, μαζί και την άρνησή της να παρουσιάσει μια απλουστευμένη εικόνα της λύτρωσης. Έτσι, η αφήγηση και ο ρυθμός της ταινίας κινούνται ανάμεσα στην εσωτερική σιωπή και την αιφνίδια ένταση, φανερώνοντας τις βίαιες κοινωνικές αντιφάσεις του αστικού Σικάγου.

Στο πλαίσιο της δουλειάς της για την ταινία, η Popovich καλλιέργησε στενές σχέσεις με κοινοτικούς παράγοντες που είχαν πληγεί από τη βία των συμμοριών, ενώ, δέχτηκε συμβουλές για το σενάριο μόνο από πρώην γκάνγκστερ που γνώρισε κατά τη διάρκεια του γυρίσματος, όπως είπε. Παράλληλα, η σκηνική ερμηνεία και οι διάλογοι, τους οποίους απέδωσαν οι ράπερ Wiz Khalifa (στον ρόλο του 2wo-3ree) και Quavo (στον ρόλο του Straw), μέσα από τους αυτοσχεδιασμούς τους αναβαθμίστηκαν και αναδείχτηκαν ακόμα περισσότερο.

Βαθιά συγκινημένη από την ιστορία του Αγίου Μωυσή του Αιθίοπα, η Popovich αποφάσισε να αφηγηθεί τη ζωή του. Η ίδια χαρακτηρίζει τον εαυτό της ως μια «σκληροπυρηνική αφηγήτρια», πειθαρχημένη στην αλήθεια, που αξιοποιεί στη δημιουργία της μια Ορθόδοξη οπτική. Πρόκειται για μια προσωπική κινηματογραφική ματιά που, δίχως κάποια ιδιαίτερη επιείκεια απέναντι στα συναισθήματα του θεατή, παρουσιάζει την πορεία του Malik (Omar Epps) από τη φυλακή προς τον δρόμο της ευλάβειας.

SA: Ξέρω ότι έχετε μιλήσει γι’ αυτό και σε προηγούμενες συνεντεύξεις, αλλά θα μπορούσατε να μας πείτε από πού ξεκίνησε η ιδέα για μια μεγάλου μήκους ταινία σχετικά με τον Μωυσή τον Αιθίοπα;

YP: Νομίζω ότι το κίνητρό μου είχε να κάνει με το Man of God. Πριν κάνω το Man of God, και προτού να διαβάσω για τον Άγιο Νεκτάριο [Αιγίνης] το 2012, δεν είχα ποτέ σκεφτεί ότι θα γύριζα ταινία για έναν άγιο. Και το λέω αυτό με κάθε ειλικρίνεια. Έτσι, παρότι είχα ήδη ολοκληρώσει το σενάριο, πριν να μπω στην παραγωγή του Man of God —γύρω στο 2018— γνώριζα ήδη την ιστορία του [Αγίου Μωυσή του Αιθίοπα]. Όμως κάποια στιγμή, επειδή μου αρέσει να ξαναδιαβάζω τις ιστορίες των αγίων για προσωπικούς λόγους —τις αγαπώ αυτές τις ιστορίες, τις βρίσκω ιδιαιτέρως ενθαρρυντικές και όμορφες— διάβασα ακόμη μια φορά και τη δική του. Τότε ένιωσα το ίδιο αίσθημα με εκείνο που είχα, τον καιρό που διάβαζα για τον Άγιο Νεκτάριο, ίσως επειδή ετοιμαζόμουν κιόλας να ξεκινήσω τη δημιουργία μιας ταινίας.

Σκέφτηκα, λοιπόν, γιατί να μην προσπαθήσω να κάνω και μια ταινία για τον Άγιο Μωυσή, διότι αυτή η ιστορία είναι απίστευτη. Πρόκειται για μια ιστορία μετάνοιας. Ο Άγιος Μωυσής είναι ένας άγιος της μετάνοιας. Είναι ένας από τους αγίους Πατέρες της ερήμου που συνήθως δεν αναγνωρίζονται όσο θα άξιζε.

Κι όμως, στην αρχή της ζωής του ήταν ένας εξαιρετικά σκληρός και βίαιος αρχηγός συμμορίας στην Αίγυπτο. Και αυτό που έχει ενδιαφέρον σε αυτόν είναι ότι όχι μόνο μετανόησε για τα έργα του και άλλαξε, αλλά έγινε επιπλέον και ένας ιδιαίτερα σεβαστός Πατέρας της ερήμου. Υπήρξε, λόγου χάρη, μαθητής του Αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου. Αν διαβάσει κανείς τα κείμενα της Φιλοκαλίας, αναφέρεται πολύ συχνά και χαίρει μεγάλου σεβασμού. Είναι, λοιπόν, ένας από τους Πατέρες της ερήμου, και όποιος γνωρίζει τα θέματα αυτά καταλαβαίνει πόσο σημαντικό αυτό είναι.

Μια τέτοια μεταμόρφωση από έναν αρχηγό συμμορίας σε άνθρωπο μετανοίας κι ακόμα περισσότερο, σε άγιο Πατέρα και μάρτυρα του Χριστού, μου φαίνεται ιδιαιτέρως συναρπαστική.

Κι αυτό που με συγκίνησε περισσότερο ήταν ο τρόπος με τον οποίο πέθανε. Όταν διάβασα ότι σε ηλικία 74 ετών ήταν ηγούμενος και ότι είχε περίπου 70 μαθητές τότε, ενώ πολλά χρόνια πριν είχε 70 μέλη συμμορίας – μια σύγκριση αξιοθαύμαστη – τράβηξε τη ματιά μου αμέσως. Κάποιοι μάλιστα από αυτούς τους μαθητές ήταν πρώην μέλη της συμμορίας του. Είχε καταφέρει, με το παράδειγμά του, να μεταμορφώσει ακόμη και αυτούς.

Όταν βρισκόταν εκεί, στην έρημο, είδε τους ληστές που πλησίαζαν να επιτεθούν στο μοναστήρι —γεγονός που εκείνη την εποχή συνέβαινε συχνά. Λένε μάλιστα πως χάρη στον βίο του Αγίου Μωυσή και στον τρόπο θανάτωσής του —μιλάμε για τον τέταρτο αιώνα—παρουσιάστηκε η ανάγκη να χτίζονται γύρω από τα μοναστήρια τείχη. Τα μοναστήρια τότε δεν ήταν μεγάλες κατασκευές. Οι μοναχοί, στα χρόνια του Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου, ζούσαν κυρίως σε σπηλιές. Κι αν υπήρχε κάποιο παρεκκλήσι, ήταν συνήθως μια υποδομή στοιχειώδης. Δεν υπήρχαν τείχη ούτε ουσιαστική προστασία. Και λένε ότι, εξαιτίας του μαρτυρίου του Αγίου Μωυσή του Αιθίοπα, άρχισαν να χτίζονται τείχη, ακριβώς για να προστατευτούν τα μοναστήρια από τους επιδρομείς.

Για να επιστρέψω, λοιπόν, στην ιστορία, αυτό που πραγματικά με συγκλόνισε ήταν η στιγμή που αυτός ανακοινώνει την εισβολή των ληστών. Σηκώνεται και λέει σε όλους πως έρχονται ληστές να τους σκοτώσουν. Και τους λέει όλους να φύγουν. Κι όταν αναρωτήθηκαν οι μαθητές του, τι θα έκανε αυτός, τους το είπε ξεκάθαρα· τους είπε πως περίμενε τη στιγμή εκείνη σε όλη τη ζωή του, είχε προσευχηθεί γι’ αυτό και ήθελε έτσι, με τον θάνατό του, να δοξάσει τον Κύριο και Σωτήρα του. Όπως αναφέρει, άλλωστε, και το ρηθέν του Κυρίου: «πάντες γὰρ οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρᾳ ἀπολοῦνται».

Και για μένα αυτό ήταν… μια μετάνοια αληθινή, κάτι απεριόριστα βαθύ. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι πρέπει όλοι να θέλουμε να γίνουμε μάρτυρες. Απλώς, το επεισόδιο αυτό μου έδειξε τι είδους άνθρωπος ήταν, πόσο βαθύς και δίκαιος. Είχε ξεφύγει από τη θανατική ποινή, γιατί είχε επικηρυχθεί μετά τη δολοφονία ενός κρατικού αξιωματούχου. Γι’ αυτό και αρχικά κατέληξε να κρύβεται γύρω από το μοναστήρι, για να ξεφύγει.

Να που όμως ύστερα ήρθε γι’ αυτόν η αλλαγή, σε εκείνον ακριβώς τον τόπο, όπου ο Θεός μίλησε στην καρδιά του. Εκεί ήταν που κατάλαβε σε τι κίνδυνο βρισκόταν η ψυχή του. Γι’ αυτό και ζήτησε από τους μοναχούς να τον δεχθούν στο μοναστήρι: όχι για να τον κρύψουν από τις αρχές ή από την καταδίκη του θανάτου, αλλά για να τον βοηθήσουν να σώσει την ψυχή του.

Κάπου εκεί —και αυτό είναι η δική μου άποψη απλά, μέσα από την έρευνα και την καθημερινή προσευχή προς εκείνον— αισθάνθηκα, κάποια στιγμή, δεν ξέρω γιατί, εντελώς ξαφνικά, πως ο άγιος αυτός είχε απόλυτη συναίσθηση των πραγμάτων. Με βάση τον νόμο της εποχής αν κάποιος γινόταν μοναχός, αν αποφάσιζε να πάει σε μοναστήρι, δεν διωκόταν για κάτι τέτοιο ποινικώς.

Όταν ο Άγιος Παύλος κατηγορήθηκε ψευδώς για διάφορα πράγματα που δεν είχε κάνει —σωστά;— είχε πει το εξής: «Αν έχω κάνει κάτι που αξίζει τον θάνατο, ευχαρίστως να παραδοθώ, αλλά δεν έχω κάνει τίποτε». Στην περίπτωση, ωστόσο, του Αγίου Μωυσή, εκείνος ήξερε καλά τι είχε κάνει και κάπου βαθιά στην ψυχή του το ένιωθε πως αυτός ο θάνατος ήταν ένας δίκαιος τρόπος να φύγει.

Κι αυτό ήταν που άγγιξε μια χορδή της ψυχής μου. Ένιωσα, λοιπόν, ότι η ιστορία του και το παράδειγμά του θα μπορούσαν να μιλήσουν στην καρδιά πολλών ανθρώπων και ότι μια τέτοια ιστορία λύτρωσης θα ήταν δυνατό να συγκινήσει και, ενδεχομένως, κάποιους να βοηθήσει.

Αλλά και το Man of God για παρόμοιους λόγους το έκανα, παρότι πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Κάθε φορά που με ρωτούν γιατί το έκανα, λέω ότι το έκανα για να βοηθήσω, παρ’ ελπίδα, εκείνους που υποφέρουν περισσότερο. Ας ελπίσουμε, λοιπόν, και σε αυτή την περίπτωση, να μπορέσουν εισπράξουν βοήθεια και αυτοί που αισθάνονται φυλακισμένοι μέσα στην καταστροφή, παγιδευμένοι οριστικά σε έναν αποτρόπαιο βίο δίχως μετάνοια. Είναι αυτοί που δεν πιστεύουν ότι ο Θεός είναι αρκετά ελεήμων για να τους δώσει μια δεύτερη ευκαιρία. Σε τέτοιους ανθρώπους απευθύνεται η ταινία, που είναι δεσμώτες των παθών τους. Και δεν χρειάζεται να ανήκουν απαραίτητα σε συμμορίες ή να παλεύουν με εξαρτήσεις —όλοι μπορεί να έχουμε κάτι ανάλογο· θέλω να πω, κι εγώ σίγουρα κάτι μπορεί να έχω.

Γι’ αυτό όταν κάθισα να γράψω το σενάριο —πράγμα πάρα πολύ σημαντικό— αναρωτήθηκα: «Για τι ακριβώς γράφω; Εντάξει, γράφω για τον Άγιο Μωυσή τον Αιθίοπα, αλλά…». Αυτό έγινε αφού είχα ήδη ξεκαθαρίσει την ιστορία με το Σικάγο και όλα τα σχετικά. Αναρωτήθηκα, λοιπόν, για το θέμα: «Τι είναι αυτό; Γιατί μου είναι αυτό τόσο προσωπικό;». Και συνειδητοποίησα ότι για μένα αυτό σήμαινε «βγαίνω έξω», ξεφεύγω.

Έγραψα, λοιπόν, «βγες έξω», το σημείωσα στο καρνέ μου, και η φράση αυτή με καθοδήγησε σε κάθε σκηνή της ταινίας. Και μ’ αυτόν τρόπο ήθελα να το μεταδώσω στο κοινό. Είναι ένα μήνυμα πως υπάρχει πάντοτε ένας δρόμος διαφυγής. Αν νιώθεις εγκλωβισμένος, αν αισθάνεσαι πως η ζωή σου δεν έχει νόημα, αν πιστεύεις πως δεν έχεις ζωή ή πως δεν έχεις φωνή, ότι έχεις δοκιμάσει τα πάντα και, παρ’ όλα αυτά, δεν μπορείς να βρεις διέξοδο —υπάρχει διέξοδος πάντα.

SA: Μου έρχονται στον νου οι διακονίες που καλύπτουμε εδώ, στο Orthodox Observer, όπως η Ορθόδοξη Χριστιανική Διακονία Φυλακών, που καλεί τους ανθρώπους να γνωρίσουν τον Χριστιανισμό μέσα στις φυλακές. Είναι ένας τρόπος προσφοράς προς τους άπορους, τους απελπισμένους —σύμφωνα πάντα, βέβαια, με τα κριτήρια της κοινωνίας— μια κατεύθυνση που νοηματοδοτεί τα πράγματα, σωστά; Ένα μονοπάτι προς μια ζωή με νόημα, με πληρότητα, μια ζωή όμοια με του Χριστού. Και νομίζω ότι η ταινία το πετυχαίνει αυτό πολύ καλά, προσκαλώντας τον θεατή σε αυτή την πραγματικότητα.

Η ταινία φέρνει στον Ορθόδοξο χριστιανικό κινηματογράφο μια αίσθηση σκληρότητας από κάποιες κοινωνικές καταστάσεις, που μοιάζουν αδιέξοδες για όσους βρίσκονται μέσα σ’ αυτές. Για να μη χαλάσω το βίωμα της ταινίας, δεν θα αναφερθώ στο πώς τελειώνει, αλλά πρόκειται για ένα τέλος που μάλλον αφήνει το κοινό να αναζητήσει μία λύτρωση. Είναι ένα τέλος που απαιτεί πίστη —αυτό είναι που μου αρέσει, στο μεταξύ, τόσο πολύ στην ταινία— και πολλοί άνθρωποι θα ήθελαν μια τέτοια σωτηρία μέσα στη ζωή. Η ταινία δεν μας τη δίνει, και θα ήθελα να εξερευνήσουμε αυτή την αφηγηματική επιλογή.

YP: Απαιτεί πίστη, και εκείνος έκανε την ύστατη θυσία για τους αδελφούς του· όχι μόνο για εκείνους που έμειναν πίσω, αλλά και για όσους χάθηκαν. Για μένα είναι πολύ δυνατό το στοιχείο αυτό. Βλέπετε, έκανε μια επιλογή — ήταν μια επιλογή που… σηματοδότησε την ελευθερία του.

Και θέλω να πω και κάτι ακόμη. Έχω κάνει εκτενή έρευνα. Όπως καταλαβαίνετε, έχω μιλήσει με πολλούς ανθρώπους. Κάποιοι από αυτούς είχαν ή έχουν ακόμη σχέση με συμμορίες, με έναν τέτοιο τρόπο ζωής.

Μίλησα με τον πατέρα Paul Abernathy, δεν ξέρω αν έχετε ακούσει γι’ αυτόν. Πρόκειται για έναν καταπληκτικό ιερέα που διακονεί στον Αντιοχειανό Ναό του Αγίου Μωυσή του Αιθίοπα στο Πίτσμπεργκ, στην περιοχή Hill District. Εκεί, λοιπόν, λειτουργούν ένα Πρόγραμμα Κοινοτικής Ανθεκτικότητας, το Neighborhood Resilience Program, όπου πρώην μέλη συμμοριών, που έχουν ήδη εγκαταλείψει αυτόν τον τρόπο ζωής, συμμετέχουν τρεις φορές την εβδομάδα, τουλάχιστον, σε διάφορες δράσεις πρόληψης της βίας των συμμοριών.

Πρόκειται για μια εξαιρετικά επικίνδυνη δουλειά, διότι πρώτα πρώτα, ο μόνος τρόπος να αποτρέψει κανείς τη βία των συμμοριών ή να πείσει κάποιον να αλλάξει τον τρόπο ζωής του σε αυτό το στάδιο είναι μέσω ενός πρώην μέλους συμμορίας. Δεν θα άκουγαν κανέναν άλλον: πρέπει να είναι κάποιος που τους καταλαβαίνει —έτσι τουλάχιστον να το νιώθουν— κάποιος που δεν θα τους ασκήσει κριτική και που δεν προέρχεται από μια διαφορετική θέση· κάποιος που έχει ζήσει, με δυο λόγια, τον ίδιο τρόπο ζωής με αυτούς.

Με έναν τέτοιο άνθρωπο, λοιπόν, είχα μιλήσει προτού γνωρίσω τον βασικό μου σύμβουλο, τον Reginald Akinberry Sr., στο Σικάγο. Πριν από αυτό, είχα έρθει σε επικοινωνία με διάφορους ανθρώπους στην εκκλησία. Μερικοί από αυτούς ήταν Ορθόδοξοι, άλλοι όχι — δεν έχει σημασία. Όλοι εργάζονται στο Πρόγραμμα Κοινοτικής Ανθεκτικότητας.

Με αυτόν μίλησα, λοιπόν —του είχα ήδη αναπτύξει το γενικό περίγραμμα της ιστορίας που είχα κατά νου και συζητούσα μαζί του κάποια πράγματα. Κι ύστερα, ο πατέρας Paul, αναφέρθηκε στο τέλος της ταινίας — αυτό για το οποίο με ρωτάτε και που σας αρέσει, όπως λέτε — και μου είπε: «Ξέρεις τι είναι ενδιαφέρον, Elena; Μου λες για τον τρόπο που θα ήθελες να αφηγηθείς αυτή την ιστορία και αυτός ακριβώς είναι που θα βρει απήχηση στους ανθρώπους που ζουν τέτοια ζωή».

Διότι, φίλε μου, μου είχε πει: «Τον έχω ρωτήσει πολλές φορές: τον βλέπω που πάει κάθε δύο ή τρεις μέρες να σταματήσει τη βία των συμμοριών. Και δεν πάει εκεί απλώς, αλλά βάζει και τον εαυτό του σε μεγάλο κίνδυνο. Και του λέω, γιατί το κάνεις έτσι, του λέω. “Γιατί δεν είσαι λίγο πιο προσεκτικός;”».

Και η απάντησή του προς τον πατέρα ήταν ότι, κάποιες φορές, δεν αρκεί απλώς να πεις «συγγνώμη». Το προσέχετε; Αυτό είναι. Αυτή είναι η ουσία εδώ.

Ύστερα υπήρξε και ένα άλλο περιστατικό. Αυτό συνέβη σε ένα μοναστήρι στη Σερβία. Είναι ένα μέρος όπου φιλοξενούν πολλούς ανθρώπους με εξαρτήσεις ή πρώην μέλη συμμοριών, και έχουν πράγματι οργανωμένο πρόγραμμα γι’ αυτό. Πρόκειται για ένα μοναστήρι αφιερωμένο στους Αρχαγγέλους, στον Αρχάγγελο Μιχαήλ. Και ένας από τους μοναχούς ήταν πρώην… δεν θα πούμε ακριβώς τι έκανε, αλλά προερχόταν, τέλος πάντων, από εκείνον τον κόσμο.

Και όταν του μίλησα λίγο για την υπόθεση της ταινίας —επειδή έκανα ξανά εκτενή έρευνα— και αναφέρθηκα σε εκείνο το συγκεκριμένο στοιχείο της εκούσιας θυσίας και του θανάτου του αγίου στο τέλος, μου είπε: «Ξέρεις τι είναι τόσο ενδιαφέρον, Elena;». Όταν βρισκόταν, είπε, στο Ζέμουν —μια περιοχή όπου υπήρχαν πολλές συμμορίες— θυμόταν έναν από τους αρχηγούς της συμμορίας την εποχή εκείνη. Έναν αρχηγό που άλλαξε, που έγινε βαθιά χριστιανός και γύριζε στους δρόμους τραβώντας τα παιδιά μακριά απ’ τον δρόμο, λέγοντάς τα να μην μπλέξουν με τον κόσμο αυτό.

Αυτός, λοιπόν, είπε μια φορά στον φίλο μου που είναι σήμερα μοναχός: «Βλέπεις τη γωνία εκεί πέρα; Εκεί θα πεθάνω» του είπε.

Η μητέρα του, λοιπόν, ήταν αναστατωμένη, μου είπε ο πατέρας. Και εγώ του λέω: «Γιατί;». Και συνεχίζει αυτός να λέει τα ίδια και τα ίδια πάλι. Και τον ρωτάω ξανά: «Γιατί το λες αυτό; Και γιατί χαμογελάς κιόλας;». Διότι δεν θα μπορούσε βέβαια να είναι ευτυχής με κάτι τέτοιο. Κι εκείνος λέει: «Έλα τώρα, ξέρεις τι έχω κάνει εγώ στη ζωή μου. Δεν θα ήταν δίκαιο για μένα να φύγω έτσι, ήσυχα».

Αυτό ακριβώς θέλω να πω. Μια τέτοια κινηματογραφική  αφήγηση μπορεί να μιλήσει άμεσα στην καρδιά των ανθρώπων που υπήρξαν, στο παρελθόν, μέλη συμμοριών και που έκαναν πράγματα για τα οποία σήμερα δεν είναι περήφανοι. Το πιο δύσκολο για τους περισσότερους από αυτούς την ώρα της μετάνοιας –σύμφωνα με πολλούς ποιμένες με τους οποίους μίλησα— ήταν να πιστέψουν ότι θα μπορούσαν να συγχωρηθούν.

Αυτό ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο, γιατί πολύ απλά δυσκολεύονταν να το πιστέψουν: «Πώς είναι δυνατόν να συγχωρηθώ ύστερα από όλα όσα έχω κάνει;». Γι’ αυτό επέλεξα να αφηγηθώ μια πραγματικά αληθινή ιστορία· μια ιστορία που θα μιλήσει με τρόπο ουσιαστικό σ’ αυτούς που έχουν ζήσει έναν τέτοιο κόσμο και τον καταλαβαίνουν: πρωτίστως η ταινία απευθύνεται σ’ αυτούς. Ναι. Και μετά, βέβαια, και σε όλους τους υπόλοιπους, αφού όλοι είμαστε αμαρτωλοί — πρώτα εγώ, μπορώ να το πω για τον εαυτό μου. Η δημιουργία αυτή με βοήθησε, όμως θα ήθελα να φτάσει, όπως λέτε, σε εκείνους τους ανθρώπους που χρειάζονται πράγματι βοήθεια, φως και ελπίδα, σε όλους εκείνους τους ξεχασμένους που νιώθουν πως δεν υπάρχει διέξοδος άλλη.

Και νομίζω πως επειδή είναι τόσο αληθινή, τόσο πραγματική, γι’ αυτό και δεν είναι παραμύθι. Δεν έχει παραμυθένιο τέλος. Δεν μπορείς να έχεις κάτι τέτοιο με… βλέπετε, είμαι κάπως… θα έλεγα ότι είμαι μια σκληροπυρηνική αφηγήτρια. Μια μαθήτρια του Ντοστογιέφσκι, θα μπορούσα να πω. Αν διαβάσει κανείς τα έργα του, θα δει ότι πρόβαλλε, κάθε φορά, τη σκληρή, την άσχημη αλήθεια του κόσμου μας, της κοινωνίας και της ανθρώπινης ψυχής.

Κι όμως, υπάρχει φως στο τέλος του τούνελ. Και αυτό είναι κάτι που μου αρέσει στη δουλειά μου να κάνω και πιστεύω ότι το έχω κάνει και εδώ. Δεν νομίζω ότι θα απέδιδα δικαιοσύνη στον Άγιο Μωυσή τον Αιθίοπα αν αφηγούμουν μια ιστορία για έναν γκάνγκστερ «χαριτωμένο». Απλώς δεν θα… δεν θα είχε παρόμοια αντήχηση. Και δεν θα ήταν αληθινό.

SA: Συμφωνώ απολύτως. Νομίζω ότι αναλάβατε ένα εξαιρετικά τολμηρό εγχείρημα, δεδομένου ότι το θέμα θα μπορούσε πολύ εύκολα να… Θέλω να πω, υπάρχουν παγίδες σε αυτού του είδους την ιστορία, σωστά;

«Μια ταινία για τον κόσμο των συμμοριών» τη χαρακτήρισε ένας κριτικός. Εγώ δεν τη βλέπω πραγματικά έτσι… Η ταινία καταφέρνει πολλά περισσότερα. Ενδεχομένως να εστιάσουν κάποιοι στη βία ή στη σκληρότητα της γλώσσας, δεδομένου ότι ο τρόπος ζωής και τα γεγονότα που παρουσιάζονται δεν είναι κάτι με το οποίο ο Ορθόδοξος κόσμος σχετίζεται ιδιαίτερα. Νομίζω, όμως, ότι με αυτή την ταινία, αντιμετωπίσατε τον πόνο της μαύρης αμερικανικής νεολαίας με σοβαρότητα. Και υπάρχουν σοβαρές απαντήσεις για αυτού του είδους την οδύνη μέσα στην Ορθοδοξία.

Η ταινία μοιάζει εκκωφαντική. Ακούγονται ανταλλαγές πυροβολισμών. Υπάρχει όμως και μια κρίση πανικού, μια ήσυχη σκηνή. Όπως υπάρχουν και στιγμές βαθιάς ενδοσκόπησης. Κι ακόμα, ένας έντονα διαλογιστικός τόνος στην ταινία, τον οποίο εκτίμησα πολύ. Πώς αποφασίσατε να πείτε πράγματα χωρίς να τα «πείτε» ευθέως; Γιατί μου φαίνεται ότι η πνευματική αφύπνιση του Malik (του πρωταγωνιστή της ταινίας, τον οποίο υποδύεται ο Omar Epps) έχει συμβεί πριν καν αρχίσει η ταινία.

YP: Με τον Omar Epps δουλέψαμε πολύ στενά, μια και, προφανώς, το σενάριο ολοκληρώθηκε. Έκανα και κάποιες αναθεωρήσεις στον χαρακτήρα, καθώς και σε ορισμένα άλλα στοιχεία — διότι είναι ένας χαρακτήρας απίστευτος, εξαιρετικά ταλαντούχος, ένας ηθοποιός πολύ αφοσιωμένος που δεν θα κάνει κάτι απλώς για να το κάνει. Έδωσε στην ταινία όλη του την καρδιά και την ψυχή και αυτό σήμαινε πάρα πολλά για εκείνον. Συνεργαστήκαμε στενά και στην κουβέντα μας επάνω, συμφωνήσαμε και οι δύο (εγώ το είχα κατά νου όταν έγραφα το σενάριο κι αυτός το κατάλαβε), στο ότι η μετάνοια του ήρωα έπρεπε, ήδη, μέσα του να έχει αρχίσει.

Ναι, στη φυλακή, βέβαια. Αυτό όμως δεν σήμαινε ότι είχε μετανοήσει απολύτως, όχι. Όλα αυτά, ωστόσο, που συμβαίνουν στη φυλακή  — ιδίως όταν βρίσκεσαι στην απομόνωση ή απλώς περνάς μόνος σου τον χρόνο—  σε αναγκάζουν να αντικρίσεις τον εαυτό σου. Και εκεί συμβαίνει, όπως κι εσείς θα το γνωρίζετε, αυτό που λέγεται στους Ψαλμούς: «Σχολάσατε καὶ γνῶτε ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεός».

Και αυτό το «σχολάσατε», το «σταματήστε κάθε δραστηριότητα», δηλαδή, στη σημερινή κοινωνία μας, ξέρετε, είναι πολύ δύσκολο κανείς να το υιοθετήσει. Έλα όμως που στη φυλακή σε αναγκάζουν να το κάνεις, είτε το θέλεις είτε όχι. Οπότε πιθανότατα —έτσι τουλάχιστον το είχα  εγώ στο μυαλό όταν το έγραφα— εκείνος αργότερα όταν μιλάει γι’ αυτό, να αισθάνεται ησυχία και γαλήνη. Αισθάνθηκε μια τέτοια γαλήνη, είχε πει, όταν τα πράγματα δυσκόλεψαν αρκετά και δεν πίστευε ότι θα τα καταφέρει, έτσι δεν είναι;

Αυτό συνέβη, λοιπόν, στη φυλακή: ακόμη κι αν πάλευε να ξεφύγει απ’ αυτή τη σκέψη ή δεν ήθελε να βασανίσει με σκέψεις το μυαλό του, κατάλαβε πως εκεί έξω, κάτι υπήρχε, πως υπήρχε ο Θεός. Έρχεσαι αντιμέτωπος με ένα τέτοιο ερώτημα, στη φυλακή. Είναι γιατί αναγκάζεσαι να κοιτάξεις τον εαυτό σου με έναν πολύ, πολύ βαθύ τρόπο. Κάτι, λοιπόν, θα είχε γίνει ώστε να τον κάνει να το σκεφτεί.

Όπως ξέρετε, διάλεξα μια κινηματογραφική αφήγηση με την οποία μπορεί να ταυτιστεί ο καθένας, όχι μόνο τα μέλη μιας συμμορίας. Μαζί περιγράφεται και μια ιστορία εκδίκησης στο όνομα του γιου του, του καλύτερου φίλου του. Δεν χρειάζεται, εδώ, να είσαι άνθρωπος του υποκόσμου για να ταυτιστείς με κάτι τέτοιο. Πολλοί άνθρωποι θα νιώσουν μια τάση προς εκδίκηση, άμα συμβεί κάτι τρομερό σε κάποιον αγαπημένο τους, έτσι δεν είναι; Μ’ αυτό μπορούν να ταυτιστούν και «κανονικοί» άνθρωποι ακόμα.

Αποφάσισε, λοιπόν, να εκδικηθεί για τον θάνατο του καλύτερού του φίλου. Ξέρετε, όλοι οι άνθρωποι αναζητούν τη λύτρωση στη ζωή τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο ήρωας βγαίνοντας έξω, δεν βγαίνει για να… θα το δείτε, ακόμη και ο φίλος του είναι εκεί και του λέει: «Έχουμε και δουλειές» και όλα τα σχετικά. Αυτός όμως θα βγει, έχοντας μόνο μία σκέψη στο μυαλό του: να εκδικηθεί τον θάνατο του πιο στενού του φίλου.

Και βεβαίως, δεν είναι αυτό χριστιανικό, σωστά; Αλλά δεν μπορείς να πεις πάλι ότι βγήκε να σκοτώσει ανθρώπους έτσι, για την πλάκα του. Δεν ήταν το κίνητρο του χαρακτήρα του αυτό. Επομένως, ναι, είναι λίγο πιο βαθύς χαρακτήρας. Κι έπρεπε να διαλέξω έναν τέτοιο χαρακτήρα που θα είχε μέσα του μια δυνατότητα μετάνοιας για να μπορέσει αργότερα να κατανοήσει την αλήθεια και να κινηθεί στη συνέχεια ολοκληρωτικά προς αυτή.

Διότι αυτή ήταν η ιστορία του Αγίου Μωυσή. Παρότι ήταν ο ίδιος αμείλικτος φονιάς, ληστής και όλα τα σχετικά, υπήρχε πάντα μέσα του μια εσωτερική φλόγα. Όταν ήταν φονιάς, ήταν φονιάς μέχρι τέλους. Με τον ίδιο τρόπο, όταν συνειδητοποίησε ότι υπάρχει Θεός να του προσφέρει έλεος, εγκατέλειψε τον παλιό τρόπο της ζωής του μια για πάντα και δεν κοίταξε ποτέ πίσω ξανά.

SA: Πώς θα απαντούσατε σε ανθρώπους που ενοχλούνται από τις σκηνές της ωμής βίας και τη χυδαία γλώσσα της ταινίας;

YP: Αν όλα αυτά σου προκαλούν μεγάλη δυσαρέσκεια —σε καλό δρόμο βρίσκεσαι, σ’ αυτή την περίπτωση— δεν χρειάζεται να δεις μια τέτοια ταινία για να αποκομίσεις, ενδεχομένως, κάποιο πνευματικό όφελος, διότι βρίσκεσαι, έτσι κι αλλιώς, σε σωστή πορεία. Αυτή η ταινία είναι για ανθρώπους που τη χρειάζονται, ανθρώπους που ο Θεός αγαπά εξίσου με όλους εμάς που προσπαθούμε καλλιεργήσουμε πάντα μια πνευματική διάσταση ζωής. Εκείνος, ωστόσο, θέλει τη σωτηρία όλων μας.

Η ταινία είναι για ανθρώπους που θα ήθελαν να αλλάξουν τρόπο ζωής, μα δεν κατέχουν τον τρόπο. Σε αυτούς απευθύνεται. Είναι το ίδιο έργο που ήθελε να επιτελέσει και ο Άγιος Μωυσής ο Αιθίοπας.

Ξέρετε, το αισθάνθηκα πολύ έντονα αυτό, αφού αγωνιζόμουν για μήνες, μπορεί και για κάνα δυο χρόνια, με την ιστορία του Αγίου Μωυσή, στον τέταρτο αιώνα. Μια ταινία που να έχει μεγάλο αντίκτυπο σε εκείνους που πραγματικά το έχουν ανάγκη.

Φωτογραφία: Simeon Entertaiment