• By
  • 17 Σεπτεμβρίου 2026

Ο πρωτοπρεσβύτερος π. Γρηγόριος Gilbert, νέος ιερατικός προϊστάμενος του Αρχιεπισκοπικού Καθεδρικού Ναού της Αγίας Τριάδος, παραχωρεί εδώ την πρώτη του συνέντευξη μετά την επίσημη ανάληψη των καθηκόντων του.

Έχοντας διοριστεί από τον Σεβασμιώτατο Αρχιεπίσκοπο Αμερικής κ. Ελπιδοφόρο ιερατικός προϊστάμενος του Αρχιεπισκοπικού Καθεδρικού Ναού της Αγίας Τριάδος, ο π. Γρηγόριος Gilbert ανοίγει, από την 1η Σεπτεμβρίου 2026, ένα νέο κεφάλαιο στη διακονία του στην καρδιά της Νέας Υόρκης.

Μιλώντας στον Orthodox Observer, χαρακτηρίζει τη νέα του αποστολή «μεγάλη τιμή και σπουδαία ευκαιρία να προσφέρει μια διαφορετική μορφή διακονίας». Πρόκειται, όπως λέει, για μια θέση που συνδυάζει την καθημερινή ποιμαντική φροντίδα μιας ενορίας με τις ευρύτερες ευθύνες του αρχιεπισκοπικού θεσμού.

Η παρουσία του στην Αγία Τριάδα σηματοδοτεί μια νέα περίοδο τόσο για την ιστορική ενορία όσο και για τον ίδιο. Προτού αναλάβει τα νέα του καθήκοντα,  είχε ήδη διαγράψει μια πολυσχιδή πορεία στην ακαδημαϊκή ζωή, την ενοριακή διακονία, ενώ υπηρέτησε, στη συνέχεια, σε θέσεις αυξημένης ευθύνης στην Ιερά Μητρόπολη της Νέας Ιερσέης. Στη συνέντευξη που έδωσε στο Orthodox Observer μίλησε για τη διαδρομή που τον οδήγησε ως στον Καθεδρικό Ναό, τις εμπειρίες που διαμόρφωσαν την ιερατική του πορεία και για όλα εκείνα που προσδοκά από τη νέα του διακονία.

Ο π. Γρηγόριος γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Νόξβιλ του Τενεσί. Φοίτησε στο Davidson College στη Βόρεια Καρολίνα, όπου και σπούδασε Κλασική Φιλολογία, εστιάζοντας το ενδιαφέρον του στα Αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά. Εκεί γνώρισε και τη μετέπειτα σύζυγό του, την πρεσβυτέρα Κάθριν (Catherine). Από τον γάμο τους, έχουν πέντε παιδιά.

Μετά την αποφοίτησή του, δίδαξε Λατινικά για τρία χρόνια σε ιδιωτικό λύκειο στο Νάσβιλ. Την ίδια περίοδο άρχισε να γνωρίζει ουσιαστικότερα την Ορθόδοξη πίστη, την οποία αργότερα και ασπάστηκε.

Καθώς το ενδιαφέρον του για τους Πατέρες της Εκκλησίας και τα πρώτα χριστιανικά κείμενα βάθαινε, τον είχε ιδιαίτερα απασχολήσει η σχέση του Χριστιανισμού – μέσα στον οποίο είχε άλλωστε μεγαλώσει – με την πίστη της Εκκλησίας των πρώτων χριστιανικών χρόνων που ανακάλυπτε μέσα από τις σπουδές του.

Κι ενώ συνειδητοποιούσε ότι η εκκλησιαστική παράδοση, μέσα στην οποία είχε μεγαλώσει, δεν τον κάλυπτε εξ’ ολοκλήρου, ο π. Γρηγόριος άρχισε να παρακολουθεί Ορθόδοξες ακολουθίες. Σε αυτές αισθάνθηκε, λοιπόν, πως είχε βρει αυτό που αναζητούσε.

Στη συνέχεια, φοίτησε στην Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή του Αγίου Βλαδιμήρου (St. Vladimir’s Orthodox Theological Seminary), στο Κρέστγουντ της Νέας Υόρκης, από όπου και έλαβε, το 2004, έναν μεταπτυχιακό τίτλο Θεολογίας.

Σε αντίθεση με τους περισσότερους κατηχουμένους, η γνώση των ελληνικών τον βοήθησε να εξοικειωθεί γρήγορα με τη Θεία Λειτουργία και να επικοινωνεί με άνεση με τους ενορίτες. Έτσι σύντομα, άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα κατήχησης, για να λύσει πολλές από τις απορίες του που πήγαζαν από τις ακαδημαϊκές του αναζητήσεις. Η μαθητεία αυτή τον βοήθησε να συνδέσει τα πρώτα χριστιανικά κείμενα με τη βιωμένη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας.

Ο π. Γρηγόριος Gilbert με την οικογένειά του. Φωτογραφία: ευγενική παραχώρηση του π. Γρηγορίου Gilbert.

Μετά τη Θεολογική Σχολή, ο π. Γρηγόριος και η πρεσβυτέρα Κάθριν εγκαταστάθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Ουάσιγκτον. Εκεί ο π. Γρηγόριος συνέχισε τις σπουδές του στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Αμερικής (CatholicUniversity of America). Το 2008, απέκτησε έναν δεύτερο μεταπτυχιακό τίτλο στις Κλασικές Σπουδές και το 2014, ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στα Ελληνικά και τα Λατινικά, με ειδίκευση στα πατερικά κείμενα. Παράλληλα, υπηρέτησε ως πρωτοψάλτης στον Ιερό Ναό των Αγίων Πέτρου και Παύλου στο Φρέντερικ του Μέριλαντ.

Η ακαδημαϊκή του πορεία και η εκκλησιαστική του ζωή τον οδήγησαν σε διάφορα μέρη των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και στην Ελλάδα. Από το 2011 έως το 2012, έζησε για έναν χρόνο στην Αθήνα μαζί με τη σύζυγο και τα παιδιά του, πραγματοποιώντας διδακτορική έρευνα ως υπότροφος Fulbright στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα και στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Την ίδια περίοδο ολοκλήρωσε τα μαθήματα και τις εξετάσεις για το Δίπλωμα Βυζαντινής Μουσικής, που χορηγείται από το ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού.

Επιστρέφοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες, δίδαξε για δύο χρόνια ως έκτακτος λέκτορας στο Τμήμα Αρχαίων Σπουδών του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ στην Κομητεία της Βαλτιμόρης. Η επιστημονική έρευνα, η διδασκαλία, η βυζαντινή μουσική και η ποιμαντική διακονία κατέχουν, εδώ και χρόνια, κεντρική θέση στη ζωή του. Ιδιαίτερα η ενασχόλησή του με τους Πατέρες της Εκκλησίας και τον αρχαίο κόσμο εξακολουθεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει σήμερα την ιερατική του διακονία.

Άλλωστε, η διδασκαλία παραμένει για τον ίδιο ένα σημαντικό μέρος της ιερατικής αποστολής. Έχοντας περάσει σχεδόν μία δεκαετία στην εκπαίδευση, σε λύκειο και πανεπιστήμιο, εξακολουθεί να θεωρεί τον εαυτό του δάσκαλο, έστω κι αν πλέον η «τάξη» του έχει διαφορετική μορφή. Η πολυετής μελέτη των Πατέρων της Εκκλησίας και των πρώτων χριστιανικών κειμένων εξακολουθεί να τροφοδοτεί τον προβληματισμό του και να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο μεταδίδει την πίστη ως ιερατικός προϊστάμενος.

Στις 4 Οκτωβρίου 2015, χειροτονήθηκε διάκονος και στις 25 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, πρεσβύτερος από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Σάρδεων κ. Ευάγγελο, ο οποίος τότε ήταν Μητροπολίτης Νέας Ιερσέης. Από το 2015 έως το 2017, υπηρέτησε ως ιερατικός προϊστάμενος στον Ιερό Ναό των Αγίων Μαρίας της Μαγδαληνής και Μαρκέλλας στο Ντάρλινγκτον του Μέριλαντ και, από το 2017 έως το 2023, στον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου στο Άπερ Ντάρμπι της Πενσυλβάνια.

Από το 2023 έως το 2025, διετέλεσε ιερατικός προϊστάμενος του Μητροπολιτικού Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στο Τέναφλαϊ της Νέας Ιερσέης. Στη συνέχεια, υπηρέτησε ως Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Νέας Ιερσέης υπό τον εψηφισμένο Αρχιεπίσκοπο Καναδά κ. Απόστολο, τότε Μητροπολίτη Νέας Ιερσέης, ο οποίος του απένειμε τα οφφίκια του Οικονόμου και του Πρωτοπρεσβυτέρου.

Ως προϊστάμενος του Μητροπολιτικού Καθεδρικού Ναού Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, είχε την ευθύνη μιας κοινότητας που διατηρούσε δύο σχολεία και ανέπτυσσε πολυάριθμες διακονίες για πιστούς κάθε ηλικίας. Παράλληλα, ο Καθεδρικός λειτουργούσε ως κεντρικό σημείο της Μητροπόλεως για διάφορες αρχιερατικές Θείες Λειτουργίες και άλλες σημαντικές εκδηλώσεις. Ο ίδιος παρομοιάζει τον ρόλο του προϊσταμένου με εκείνον του μαέστρου, ο οποίος έχει την ευθύνη να συντονίζει πολλά διαφορετικά μέρη ώστε να λειτουργήσουν όλα μαζί συνδυαστικά και αρμονικά. Θεωρεί μάλιστα ότι η θητεία του εκεί τον προετοίμασε ουσιαστικά για τη νέα του θέση στον Αρχιεπισκοπικό Καθεδρικό Ναό της Αγίας Τριάδος.

Παρότι είχε βρεθεί αρκετές φορές στον Αρχιεπισκοπικό Καθεδρικό Ναό με αφορμή σημαντικές εκδηλώσεις, γάμους και άλλες περιστάσεις, γνώριζε πολύ λιγότερα για την καθημερινή ζωή της ενορίας. Μία από τις ευχάριστες εκπλήξεις των πρώτων ημερών του ήταν, όπως θα πει, η γνωριμία με τους ενορίτες, το Διοικητικό Συμβούλιο, το προσωπικό και, γενικότερα, η επικοινωνία με την κοινότητα του Καθεδρικού Ναού.

Έχοντας πίσω του περισσότερα από δέκα χρόνια ιερατικής διακονίας και διοικητικής εμπειρίας, κατανοεί πλέον βαθύτερα τον διπλό ρόλο του Καθεδρικού Ναού: την εξέχουσα θέση του στη ζωή της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αμερικής, αλλά και τη συμβολή του στην καθημερινή ενοριακή ζωή που στηρίζει τη λειτουργία του.

Παράλληλα, αρχίζει να γνωρίζει βαθύτερα και την ίδια την ιστορία του Καθεδρικού Ναού. Στις πρώτες ημέρες της νέας του διακονίας είχε υποδεχτεί μια ομάδα 50 περίπου μαθητών λυκείου από τη Θεσσαλονίκη, οι οποίοι είχαν επισκεφθεί τον Καθεδρικό στο πλαίσιο ενός εκπαιδευτικού προγράμματος, μαζί με τον τον Πρωτοπρεσβύτερο του Οικουμενικού Θρόνου π. Γρηγόριο Σταμκόπουλο, Διευθυντή του Τμήματος Ελληνικής Παιδείας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αμερικής. Απαντώντας, λοιπόν, σε σχετικές ερωτήσεις των μαθητών, τους παρουσίασε συνοπτικά την ιστορία του Καθεδρικού. Η συνάντηση αυτή, όπως αναφέρει, τον βοήθησε να αντιληφθεί βαθύτερα την ευρύτερη σημασία του ναού, αλλά και να συνειδητοποιήσει πόσα έχει ακόμη να μάθει για την ιστορία και τον ρόλο του στη ζωή της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αμερικής.

Αναλαμβάνοντας μια τόσο ιστορική ενορία, ο π. Γρηγόριος θεωρεί σημαντικό να διατηρηθούν όσα έχουν ήδη επιτευχθεί και, παράλληλα, να υπάρξει εξέλιξη εκεί όπου χρειάζεται. Όπως τονίζει, δεν σκοπεύει να «ξαναφτιάξει» μια ήδη συγκροτημένη ενορία. Προτεραιότητά του είναι να στηρίξει και να ενισχύσει όσα λειτουργούν ήδη καλά. Δύο τομείς στους οποίους αναφέρεται ιδιαίτερα είναι η Σχολή του Καθεδρικού Ναού (Cathedral School) και το πρόγραμμα Cathedral Connect.

Για τη Σχολή του Καθεδρικού επισημαίνει ότι πρόκειται για κάτι που ελάχιστες Ορθόδοξες ενορίες έχουν τη δυνατότητα να διαθέτουν: ένα πλήρες Ορθόδοξο σχολείο που εξυπηρετεί οικογένειες από ολόκληρη τη Νέα Υόρκη.

«Είναι κάτι πολύτιμο, που οφείλουμε να το φροντίζουμε και να το διαχειριζόμαστε ως καλοί οικονόμοι» λέει.

Το Cathedral Connect, από την άλλη πλευρά, προσφέρει μια ισχυρή βάση για τη διακονία της Αγίας Τριάδος προς φοιτητές, μεταπτυχιακούς και νέους επαγγελματίες. Ο π. Γρηγόριος θεωρεί ιδιαίτερα σημαντική την παρουσία της Εκκλησίας στη ζωή των νέων, σε μια ηλικία κατά την οποία αρχίζουν συχνά να θέτουν πιο ουσιαστικά ερωτήματα για την πίστη, την ταυτότητά τους και για την πορεία της ζωής τους γενικότερα.

Το θέμα τον αγγίζει και προσωπικά. Έχει δύο μεγαλύτερα παιδιά, το ένα στο πανεπιστήμιο και το άλλο σε ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα, και γνωρίζει από κοντά τις μεταπτώσεις και τους προβληματισμούς αυτής της ηλικίας. Υπάρχει, όμως, και η δική του μακρά σχέση με τον πανεπιστημιακό χώρο. Πριν ακολουθήσει την ιεροσύνη, πίστευε ότι η ζωή του θα ήταν συνδεδεμένη με τη διδασκαλία και την καθημερινή επαφή με φοιτητές.

«Πίστευα ότι θα ακολουθούσα ακαδημαϊκή σταδιοδρομία, δουλεύοντας καθημερινά με φοιτητές και μεταπτυχιακούς» αναφέρει. Όπως επισημαίνει, σε πολλές ενορίες η νεαρή ενήλικη ζωή καταλήγει συχνά να είναι ένας «χαμένος κρίκος» μετά τη νεανική διακονία, όταν οι νέοι φεύγουν για σπουδές και αρχίζουν την επαγγελματική τους πορεία.

Επιδίωξη του π. Γρηγορίου είναι, λοιπόν, η Εκκλησία, μέσα από την κοινότητα της Αγίας Τριάδος, να βρίσκεται κοντά στους νέους και σε αυτή την καθοριστική περίοδο της ζωής τους, προσφέροντάς τους έναν χώρο όπου θα μπορούν να εκφράσουν ελεύθερα την κάθε απορία τους,  διαμορφώνοντας έτσι σταδιακά τη δική τους προσωπική σχέση με την πίστη, πέρα από όσα έχουν διδαχτεί, φυσικά, στην οικογένειά τους.

Σημαντικό μέρος της ζωής της ενορίας αποτελεί και το τμήμα της Φιλοπτώχου Αδελφότητας του Καθεδρικού: το φιλανθρωπικό και κοινωφελές έργο της δεν περιορίζεται στα όρια του ναού. Η ενεργή δράση της Φιλοπτώχου στην Αγία Τριάδα λειτουργεί ως λαμπρό παράδειγμα και για τα άλλα τμήματα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αμερικής.

Ο π. Γρηγόριος θεωρεί, επίσης, ότι ακόμα και η θέση του Καθεδρικού Ναού τού προσφέρει τη δυνατότητα να απευθυνθεί και σε εκείνους που βρίσκονται πέρα από την υφιστάμενη ενοριακή κοινότητα.

«Η παρουσία μας πρέπει να είναι ορατή» τονίζει, επισημαίνοντας ότι κάποιοι μπορεί αρχικά να περάσουν το κατώφλι του ναού από απλή περιέργεια. «Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να τους υποδεχθούμε, είτε έρχονται για να εκκλησιαστούν είτε να κάνουν τα πρώτα τους βήματα προς την Ορθοδοξία».

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει και στο κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο της ενορίας. Γι’ αυτό και επιδιώκει να συνεχίσει την καθιερωμένη δράση του Καθεδρικού για τη στήριξη αστέγων και άλλων ανθρώπων που βρίσκονται σε ανάγκη στο Μανχάταν και σε άλλες περιοχές της Νέας Υόρκης. Η δράση αυτή υλοποιείται ως εξής: κάθε δεύτερη Παρασκευή του μήνα, μέλη της ενορίας και της ευρύτερης κοινότητας ετοιμάζουν διάφορα είδη προσωπικής υγιεινής, τα οποία στη συνέχεια διανέμονται σε συγκεκριμένα σημεία του Μανχάταν.

Παράλληλα με αυτές τις ευρύτερες δράσεις, ο π. Γρηγόριος δίνει ιδιαίτερη σημασία και στις σχέσεις που επιθυμεί να καλλιεργήσει στο εσωτερικό της κοινότητας του Καθεδρικού Ναού. Καθώς διανύει τις πρώτες εβδομάδες της διακονίας του στην Αγία Τριάδα, επιδιώκει οι ενορίτες να τον γνωρίσουν και σε επίπεδο προσωπικό και να αισθανθούν ότι ο Καθεδρικός είναι πράγματι η δική τους κοινότητα.

«Νομίζω ότι είναι εύκολο να συνεργαστεί κανείς μαζί μου» λέει γελώντας.

Πάνω απ’ όλα, συνεπώς, ο π. Γρηγόριος θεωρεί ότι ο ρόλος του είναι να καθοδηγεί και να στηρίζει μια κοινότητα που ανήκει πρωτίστως στους ανθρώπους της.

«Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να τη νιώσουν ως μια κοινότητα δική τους και να αισθανθούν ότι έχουν την  ευθύνη για τη διάρκεια και την εξέλιξή της» αναφέρει. «Ο δικός μου ρόλος είναι να είμαι ο ποιμένας τους και να τους καθοδηγώ». Γι’ αυτό και ατενίζοντας το μέλλον, ελπίζει να δει την κοινότητα του Καθεδρικού να συνεχίζει να αναπτύσσεται, έχοντας τους ίδιους τους ενορίτες της στο επίκεντρο της ζωής και της διακονίας της.