• By
  • 3 Μαρτίου 2026

Το βιβλίο Τελετουργίες της Άγριας Φύσης, Οι Μύθοι που μας πλάθουν (Liturgies of the Wild: Myths That Make Us, Sentinel, 2026) είναι ένα ευχάριστο και πολυθεματικό πόνημα του Martin Shaw, ενός Ορθόδοξου χριστιανού στοχαστή που είναι παράλληλα και γνωστός μελετητής της μυθολογίας. Με την πρόθεση να προσφέρει στους αναγνώστες του «ιστορίες και ιδέες γύρω από το αληθινό βίωμα του ανθρώπου», το βιβλίο παρουσιάζει τον μύθο περισσότερο σαν μια σοφία βιωματική, παρά ως κάποια αφηρημένη έννοια.

Εδώ και δεκαετίες ο Shaw γράφει, διδάσκει και περνά μεγάλα διαστήματα στη φύση. Ασπάστηκε προσφάτως την Ορθόδοξη Εκκλησία, αφού πρώτα έζησε για 101 μέρες σε ένα δάσος του Ντάρτμουρ — μια εμπειρία που ανανέωσε θεολογικά τη μακρόχρονη ενασχόλησή του με τον μύθο. Η βαθιά του γνώση γύρω από τον μύθο και η ιδιαίτερη αφηγηματική του δεινότητα δεν οφείλονται μόνο στη μελέτη και στη λογοτεχνική δημιουργία, αλλά και σε μια αντισυμβατική πορεία ζωής που διαμορφώθηκε τόσο μέσα από την επαφή του με τη φύση, όσο και από την εμπειρία του ως μουσικού της πανκ ροκ.

Το βιβλίο Τελετουργίες της Άγριας Φύσης αποτελείται από δεκατρείς θεματικές ενότητες που εξερευνούν ζητήματα και αλήθειες της ανθρώπινης ζωής. Οι τίτλοι των κεφαλαίων του καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα: «Περί φθόνου», «Περί κακού», «Περί πάθους» και «Περί δοξολογίας». Εύστοχος και εμβριθής ο συγγραφέας τους πραγματεύεται διάφορα πνευματικά ζητήματα αντλώντας παραδείγματα από τη λαϊκή παράδοση, την Αγία Γραφή και τη βιωμένη εμπειρία.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο έργο του ο Shaw αποφεύγει κάθε αόριστη ή ρομαντική οπτική των πραγμάτων. Χρησιμοποιεί, επομένως, τον μύθο όχι για να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη του, αλλά να του μεταφέρει μια καθημερινή διάσταση των πραγμάτων, εντρυφώντας παράλληλα και στο βίωμα του παρελθόντος.

Το Orthodox Observer είχε την ευκαιρία να μιλήσει με τον Shaw για το νέο του βιβλίο, την πορεία του προς την Ορθόδοξη Εκκλησία, καθώς και για τον ουσιαστικό ρόλο του μύθου στην καθημερινή ζωή, στις χαρές και στις λύπες του ανθρώπου.

Πείτε μας για την πορεία σας προς την Ορθοδοξία και για το πώς η τελευταία επηρέασε το βιβλίο σας, Τελετουργίες της Άγριας Φύσης.

Η επίδραση της Ορθοδοξίας είναι διάχυτη σε όλο το βιβλίο, παρόλο που κάτι τέτοιο μπορεί να μην είναι άμεσα εμφανές. Κάθε αναφορά στο στοιχείο του μυστηρίου, στην άσκηση και στο θαύμα σχετίζεται με την εμπειρία μου μέσα στην Εκκλησία. Την περίοδο που ήμουν κατηχούμενος είχα το αίσθημα ότι επέστρεφα στο σπίτι μου· η μύηση στην Ορθοδοξία ήταν για μένα αυτή καθαυτή μια περιπέτεια – παρότι καινούργια, μου φαινόταν βαθιά οικεία.

Σε ποιους απευθύνεται αυτό το βιβλίο και τι είδους σκέψεις ή ανακαλύψεις θα θέλατε να κάνουν οι αναγνώστες; Πιστεύετε (ή ελπίζετε) ότι οι Ορθόδοξοι αναγνώστες θα το προσεγγίσουν αλλιώς από εκείνους που ανήκουν σε κάποια διαφορετική ή ακόμη και σε καμία παράδοση;

Το βιβλίο απευθύνεται σε εκείνους που αναζητούν μια βαθύτερη ζωή. Σε εκείνους που ενδιαφέρονται πώς γίνεται κανείς περισσότερο άνθρωπος και τι σχέση μπορεί να έχει ο μύθος με αυτή τη διαδικασία.

Θα με χαροποιούσε, βέβαια, αν οι Ορθόδοξοι αναγνώστες έβρισκαν στο βιβλίο αυτό κάτι που να τους αγγίζει. Σε καμία περίπτωση δεν φιλοδοξεί να υποκαταστήσει την πίστη μας — κάθε άλλο. Είναι μια πρόσκληση για να προσεγγίσουμε τον μύθο και να διδαχθούμε από αυτόν, όπως έκαναν ο Tolkien και ο C. S. Lewis. Παράλληλα, ελπίζω να λειτουργήσει και ως ένα κάλεσμα που θα φέρει κάποιους ανθρώπους πιο κοντά στην Ορθόδοξη παράδοση.

Πώς επηρεάζει η ιδιότητά σας ως μελετητή του μύθου τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζετε τα βιβλικά κείμενα ή γενικότερα τη χριστιανική παράδοση;

Δεν είμαι θεολόγος, παρόλα αυτά έχω τριάντα χρόνια εμπειρίας στην ανάγνωση και ερμηνεία αφηγηματικών κειμένων — τα τελευταία δεκαπέντε και σε διδακτορικό επίπεδο. Είναι σημαντικό εδώ να διευκρινίσω ότι προσεγγίζω την ευαγγελική αφήγηση κυριολεκτικά· πιστεύω, δηλαδή, ότι τα γεγονότα εκείνα συνέβησαν πραγματικά. Ταυτόχρονα, όμως κάτι τέτοιο δεν αναιρεί τον πλούτο των συμβολισμών και των νοημάτων που μεταφέρουν η ζωή και το μήνυμα του Χριστού — την ποιητική τους δύναμη. Ως αφηγητής, έχω το ένστικτο να περιγράφω αυτές τις ιστορίες όσο πιο ζωντανά μπορώ. Δεν θα με ενδιέφερε όμως να τις «προσαρμόσω» για να εξυπηρετήσουν σύγχρονες αντιπαραθέσεις ή ιδεολογικές διαμάχες. Προτιμώ να σωπάσω και να προσπαθήσω να καταγράψω τη μαρτυρία του Αγίου Πνεύματος.

Στο βιβλίο σας περιγράφετε την πρώτη σας εμπειρία από τη Θεία Λειτουργία ως μια στιγμή κατά την οποία «όλα αλλάζουν». Ποια στιγμή ή ποια πτυχή της Λειτουργίας σάς συγκινεί περισσότερο; Έχει αλλάξει κάτι από τότε που ενταχθήκατε στην Ορθόδοξη Εκκλησία;

Στη Δύση είχα γνωρίσει μια μορφή χριστιανισμού ιδιαιτέρως εξωστρεφή. Οι ακολουθίες φαίνονταν να περιστρέφονται περισσότερο γύρω από το κήρυγμα παρά γύρω από τη Λειτουργία. Στην Ορθοδοξία, αντίθετα, ένα μεγάλο μέρος της Αγίας Γραφής αποδίδεται μέσα από την ψαλμωδία, την εικόνα και μέσα από μια βαθιά αίσθηση ομορφιάς. Ωστόσο, δεν ισχύει εδώ «η ομορφιά για την ομορφιά»: μέσα από τη Λειτουργία τελείται η συνάντηση του ουρανού και της γης. Με λίγα λόγια, στην Ορθοδοξία ανακάλυψα έναν δρόμο προς τον βαθύτερο εσώτερο εαυτό, προς την ψυχή μου. Όταν ήμουν νεότερος, ένιωθα πως κάτι τέτοιο μπορούσα να το βρω μόνο στα δάση ή κοντά στη θάλασσα· το ότι το βρίσκω πλέον μέσα στην Εκκλησία είναι για μένα πηγή μιας μεγάλης και απρόσμενης χαράς.

Η μύηση προϋποθέτει την ύπαρξη της κοινότητας, ένα ζωντανό πλέγμα σχέσεων και τελετών (λ.χ. ένας ιερέας βαπτίζει ένα βρέφος, το οποίο εκπροσωπεί ο ανάδοχος, ενώπιον της εκκλησιαστικής κοινότητας). Με ποιους άλλους τρόπους μπορεί η Ορθόδοξη πίστη να μας μυήσει σε νέες μορφές κοινότητας και κοινωνίας, ορατές, αλλά και αόρατες;

Ένα μέρος αυτής της μύησης είναι σωματικό — οι μετάνοιες, η νηστεία, η προσευχή. Η Ορθοδοξία βιώνεται και μέσα από το σώμα. Παράλληλα, εντάσσεται κανείς και στο σώμα της Εκκλησίας. Δεν είσαι μόνος, περιβάλλεσαι από τους συναθροισμένους πιστούς και από ένα νέφος αγίων. Δεν είσαι πλέον μόνος, αλλά περιβεβλημένος. Και όλα αυτά συνεισφέρουν στην πιο ουσιαστική μύηση από όλες: στο να αρχίσει κανείς, σιγά σιγά, να μετέχει στον νου του Χριστού.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας άγιοι και γιατί; Και πώς «γίνεται» κάποιος άγιος;

Τρέφω ιδιαίτερη αγάπη για τον κελτικό άγιο, Petroc. Ήταν ταυτόχρονα μυστικός και πρακτικός άνθρωπος και ίδρυσε πολλές κοινότητες στην πατρίδα μου, το Ντέβον. Λέγεται μάλιστα πως στα ταξίδια του είχε πάντα μαζί του έναν λύκο, και πως κάποτε εμπόδισε έναν βασιλιά να σκοτώσει μια ελαφίνα που είχε καταφύγει σε αυτόν για να προστατευτεί. Ο βασιλιάς μετανόησε και έγινε χριστιανός. Με γοητεύει αυτή η ισορροπία ανάμεσα στην πρακτικότητα και στο μυστήριο. Προς τα εκεί θα ήθελα κι εγώ να πορευθώ, παρόλο που συχνά αποτυγχάνω.

Αμέσως μετά τη βάπτιση του Ιησού στον Ιορδάνη από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, το Ευαγγέλιο μάς λέει ότι «ἀνήχθη εἰς τὴν ἔρημον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος πειρασθῆναι ὑπὸ τοῦ διαβόλου» (Ματθ. δ’, 1). Διαβάζοντας το βιβλίο σας, δύσκολα κανείς αγνοεί τον έντονα «μυθικό» χαρακτήρα που έχει αυτό το πρώιμο επεισόδιο στη ζωή και τη διακονία του Ιησού. Πού αλλού στην Αγία Γραφή βλέπετε να εμφανίζεται το μοτίβο αυτό «αποχωρισμός, μετάβαση και επιστροφή» και πώς θα μπορούσαμε να το ανακαλύψουμε και στη δική μας πνευματική πορεία;

Το μοτίβο αυτό εμφανίζεται συχνά στην Αγία Γραφή: στον προφήτη Ηλία, που τον έτρεφαν οι κόρακες, στις δοκιμασίες του Ιώβ, στον Ιωσήφ όταν βρίσκεται στη φυλακή της Αιγύπτου, καθώς και στη Ναομί κατά την επιστροφή της από τη χώρα Μωάβ. Το ίδιο μοτίβο συναντάται σε πολλές βιβλικές αφηγήσεις. Το βιβλίο μάς καλεί να αντιμετωπίζουμε με την ίδια σοβαρότητα και τις δύσκολες πλευρές της δικής μας ζωής.

Κάνοντας λόγο για τις 101 μέρες στο δάσος του Ντάρτμουρ, τότε που οδηγηθήκατε στον Χριστό, λέτε πως επιστρέψατε έχοντας λάβει «ένα πολύ μεγαλύτερο όνειρο». Πώς θα περιγράφατε το όνειρο αυτό; Και πώς διαμορφώνει ο χριστιανισμός το νέο αυτό όραμα;

Ένα μέρος αυτού του ονείρου θα ήταν να εμπνευσθεί μια νέα γενιά χριστιανών αφηγητών — ανθρώπων που θα μοιράζονται τις ιστορίες αυτές προφορικά, γύρω από μια φωτιά ή ακόμα και σε απλές καθημερινές συναντήσεις, και όχι μόνο μέσα στην εκκλησία με παραπομπές σε κεφάλαια και στίχους. Να φωτίσουν οι ίδιες αυτές ιστορίες το νόημά τους. Κάθε Θεία Λειτουργία βαθαίνει το πνευματικό μου ταξίδι. Κάθε φορά που ανοίγω την Αγία Γραφή, νιώθω πως μου μιλάει άμεσα. Κάποτε με απαίτηση, άλλες φορές με μια απερίγραπτη τρυφερότητα. Ο Θεός είναι ο καλύτερος αφηγητής απ’ όλους· εμείς απλώς προσπαθούμε να Τον μιμηθούμε. Γι’ αυτό και είναι ανάγκη να αφηγούμαστε πολλά. Προχωρούμε, λοιπόν, μπροστά.