• By
  • 9 Σεπτεμβρίου 2026

Πολλοί Ορθόδοξοι χριστιανοί αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη τον οικουμενικό διάλογο. Ορισμένοι μάλιστα θεωρούν τον οικουμενισμό μεγάλη αίρεση, ταυτίζοντάς τον εσφαλμένα με τον θρησκευτικό συγκρητισμό. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι όλη αυτή η προσπάθεια δεν θα τελεσφορήσει. Στα πρώτα χρόνια του οικουμενικού κινήματος, ήταν ευρέως διαδεδομένη η πίστη ότι, με τη χάρη του Θεού, οι πολυάριθμες διαιρέσεις και τα σχίσματα του χριστιανικού κόσμου θα μπορούσαν κάποτε να ξεπεραστούν. Σήμερα, ωστόσο, το όραμα της πλήρους ευχαριστιακής κοινωνίας ανάμεσα στις διαφορετικές χριστιανικές κοινότητες μοιάζει ολοένα και πιο δύσκολο να πραγματοποιηθεί. Γι’ αυτό και πολλοί Ορθόδοξοι χριστιανοί δυσκολεύονται να διακρίνουν την αξία ενός οικουμενικού διαλόγου και αναρωτιούνται, αν αξίζει τελικά αυτή η προσπάθεια.

Μια τέτοια απορία είχα κι εγώ στον νου, όταν ο π. Bartholomew Mercado, ιερέας της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού (HCHC), με παρότρυνε να συμμετάσχω στο νέο πρόγραμμα οικουμενικής συνεργασίας, το οποίο συνδιοργάνωναν το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, το Καναδικό Συμβούλιο Εκκλησιών και το Εθνικό Συμβούλιο Εκκλησιών του Χριστού στις ΗΠΑ. Πρόκειται για το Περιφερειακό Οικουμενικό Θεολογικό Ινστιτούτο Βόρειας Αμερικής – Νήσου της Χελώνας (North American–Turtle Island Regional Ecumenical Theological Institute – NATI-RETI). Το πρόγραμμα αυτό είχε έναν φιλόδοξο στόχο: από τις 3 έως τις 16 Αυγούστου 2026, θα έφερνε σε άμεση επαφή και επικοινωνία μια ομάδα νέων θεολόγων από κάποιες διαφορετικές χριστιανικές κοινότητες των Ηνωμένων Πολιτειών και του  Καναδά. Η πρώτη φάση θα πραγματοποιούνταν στο Ντιτρόιτ και η δεύτερη στο Τορόντο. Για δύο εβδομάδες, οι συμμετέχοντες θα συμβίωναν ως μέλη της ίδιας κοινότητας και θα παρακολουθούσαν ένα εντατικό πρόγραμμα βιωματικής μελέτης που θα είχε ως θέμα του το ερώτημα: «Πώς μπορεί να γίνει ορατή, σήμερα, η δικαιοσύνη;»

Αποφάσισα, έτσι, να συμμετάσχω κι εγώ στο Οικουμενικό Θεολογικό Ινστιτούτο, επειδή μου κίνησαν το ενδιαφέρον τόσο η ιδιαίτερη μορφή του προγράμματος όσο και τα επίκαιρα ζητήματα με τα οποία θα ασχολούνταν. Κυρίως, όμως, ήλπιζα ότι θα έδινα ένα διέξοδο στον έντονο προβληματισμό μου γύρω από την αξία του οικουμενικού διαλόγου στη σύγχρονη εποχή.

Συμμετέχοντας, λοιπόν, για δεκατέσσερις ημέρες σε ένα περιβάλλον οικουμενικού διαλόγου και διερευνώντας συστηματικά ορισμένα από τα πιο πιεστικά κοινωνικά προβλήματα της εποχής μας, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ο οικουμενικός διάλογος όχι μόνο αξίζει, αλλά αποτελεί και μια απολύτως αναγκαία προσπάθεια. Και για να εξηγήσω πώς οδηγήθηκα σε αυτή τη διαπίστωση, θα μοιραστώ ορισμένες σκέψεις και εντυπώσεις που αποκόμισα από τη συμμετοχή μου στο Οικουμενικό Θεολογικό Ινστιτούτο.

Κατά τη διάρκεια του προγράμματος εξετάσαμε έξι επείγοντα ζητήματα που απασχολούν τους χριστιανούς στη Βόρεια Αμερική: την κλιματική δικαιοσύνη, την εκκοσμίκευση και τη θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους, τον ρατσισμό και την καταπολέμησή του, τον διαθρησκειακό διάλογο, την αλληλεγγύη προς τις αυτόχθονες κοινότητες, καθώς και την άνιση κατανομή του πλούτου και τη φτώχεια. Προσεγγίσαμε τα θέματα αυτά με πολλούς και δημιουργικούς τρόπους και αφιερώσαμε αρκετές ώρες στη μελέτη και τη συζήτηση διάφορων επιστημονικών άρθρων και βιβλίων. Χωρισμένοι σε μικρότερες ομάδες εργασίας, αναλύσαμε τις απαντήσεις που δίνουν σε αυτά τα προβλήματα τόσο η χριστιανική όσο και οι άλλες θρησκευτικές και φιλοσοφικές παραδόσεις. Παράλληλα, παρακολουθήσαμε αρκετές συνεδρίες ολομέλειας με διακεκριμένους πανεπιστημιακούς δασκάλους ως εισηγητές.

Επιπλέον, λάβαμε μέρος σε ειδικές βιωματικές ασκήσεις και εκπαιδευτικές επισκέψεις, οι οποίες ήρθαν να συμπληρώσουν το ακαδημαϊκό σκέλος του προγράμματος. Ανάμεσα στ’ άλλα, επισκεφθήκαμε το Freedom Dreams EcoVillage στο Ντιτρόιτ και είδαμε πώς μια μικρή ομάδα αφοσιωμένων εθελοντών μεταμορφώνει εγκαταλειμμένα οικόπεδα και σωρούς από μπάζα σε ζωντανούς κοινοτικούς κήπους. Βρεθήκαμε επίσης σε ιστορικούς τόπους που συνδέονται με τον λεγόμενο «Υπόγειο Σιδηρόδρομο», το δίκτυο διαφυγής των σκλάβων προς την ελευθερία, όπως η Second Baptist Church στο Ντιτρόιτ και η Sandwich Baptist Church στο Γουίνδσορ, και μάθαμε για τον ρόλο τους στον αγώνα για την κατάργηση της δουλείας. Στο Κέντρο Μπαχάι του Τορόντο συμμετείχαμε σε έναν απαιτητικό διαθρησκειακό διάλογο. Περιηγηθήκαμε ακόμη σε ένα παλαιό οικοτροφείο για παιδιά της φυλής Μοχώκ, το οποίο λειτουργεί σήμερα ως μουσείο, και διαβάσαμε τις μαρτυρίες των ανθρώπων που επέζησαν. Τα παιδιά αυτά είχαν απομακρυνθεί βίαια από τις οικογένειες και τα σπίτια τους και είχαν υποβληθεί σε τέτοιες απάνθρωπες κακοποιήσεις και βασανιστήρια που δύσκολα μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους.

Όλα εκείνα που έμαθα και βίωσα στο πρόγραμμα με βοήθησαν να διακρίνω τέσσερις λόγους για τους οποίους είναι σημαντικό να παραμένουν οι Ορθόδοξοι χριστιανοί ενεργοί στον οικουμενικό διάλογο. Πρώτον, μέσα από τον οικουμενικό διάλογο μπορούμε να μάθουμε πολλά. Είδα μια μικρή ομάδα χριστιανών με ζήλο να διδάσκει στους νέους ξυλουργική και κηπουρική και να αξιοποιεί μαζί τους τις δεξιότητες αυτές, δίνοντας σταδιακά νέα ζωή σε μια ερημωμένη γειτονιά, μεταμορφώνοντάς την τελικά σε μια όμορφη όαση. Ας φανταστούμε, λοιπόν, τι θα γινόταν αν οι Ορθόδοξες ενορίες επένδυαν με αυτόν τον τρόπο στις τοπικές τους κοινότητες. Μέσα από μια διεξοδική συζήτηση με μέλη της κοινότητας των Μπαχάι, γνώρισα πολλούς πρακτικούς τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαμε να καλλιεργήσουμε ουσιαστικότερα το αίσθημα του ανήκειν στις εκκλησιαστικές μας κοινότητες. Άντλησα επίσης πολύτιμα διδάγματα από τα βιώματα και τον τρόπο σκέψης των αυτοχθόνων λαών, οι οποίοι, παρά τη φρίκη της αποικιοκρατίας, εξακολουθούν να δίνουν, στις μέρες μας, μαθήματα συμπόνιας, ελπίδας και αγάπης.

Δεύτερον, μέσα από τον οικουμενικό διάλογο μπορούμε να μοιραστούμε τον πλούτο της θεολογικής και πνευματικής μας παράδοσης. Παρότι ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι, αναζητώντας την Ορθοδοξία, προσέρχονται στις ενορίες μας, οι περισσότεροι εξακολουθούν να γνωρίζουν ελάχιστα γι’ αυτήν. Στο Οικουμενικό Θεολογικό Ινστιτούτο είχα την ευκαιρία να μιλήσω για την κοσμολογική θεολογία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή, την οικολογική θεολογία της Α.Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ.  Βαρθολομαίου, αλλά και για το εμπνευσμένο ιεραποστολικό έργο του Αγίου Γερμανού της Αλάσκας, που ήταν απαλλαγμένο από κάθε αποικιοκρατική νοοτροπία. Μπόρεσα επίσης να φέρω τα μέλη της ομάδας μου σε επαφή με την πνευματική και λειτουργική μας παράδοση, διαβάζοντας στα ελληνικά τις προσευχές του Τρισαγίου και μαθαίνοντάς τους να ψάλλουν έναν βυζαντινό ύμνο. Πριν με γνωρίσουν, κανένας τους σχεδόν δεν είχε έρθει σε επαφή με την Ορθοδοξία.

Τρίτον, με τη συμμετοχή μας στον οικουμενικό διάλογο μπορούμε να δείξουμε έμπρακτα τη χριστιανική αγάπη. Σε έναν κόσμο ολοένα πιο διχασμένο, γεμάτο αδικίες, η Εκκλησία οφείλει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή και να διδάσκει στην κοινωνία πώς να αντιμετωπίσει με αγάπη και σεβασμό ακόμη και εκείνους με τους οποίους διαφωνεί. Διότι οι πράξεις μετρούν περισσότερο από τα λόγια, καθώς λέμε. Μπορούμε να  παρακινήσουμε τους άλλους να ακούν πιο προσεκτικά και να μη βιάζονται να μιλήσουν. Πολύ πιο αποτελεσματικό, ωστόσο, είναι να το δείχνουμε έμπρακτα εμείς οι ίδιοι, με την προσωπική στάση μας. Οι Ορθόδοξοι χριστιανοί μπορούν πρώτοι να δώσουν αυτό το παράδειγμα δημιουργώντας, με ανθρώπους διαφορετικών θρησκευτικών παραδόσεων, προσωπικές σχέσεις και ειλικρινείς φιλίες.

Τέλος, μπορούμε να συνεργαστούμε και με ανθρώπους που δεν ανήκουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία για την αντιμετώπιση των διάφορων κοινωνικών προβλημάτων. Διότι δεν θα καταφέρουμε ποτέ να κάνουμε τη δικαιοσύνη ορατή στην πράξη, αν δεν συνεργαστούμε με τους άλλους. Μπορεί να διαφωνούμε με τους συνανθρώπους μας πάνω σε θεμελιώδη ζητήματα, όπως η διοίκηση της Εκκλησίας, η ερμηνεία της Αγίας Γραφής ή το δόγμα. Είναι στο χέρι μας, ωστόσο, να ενώσουμε τις δυνάμεις μας για να προσφέρουμε τροφή και ρουχισμό στους αστέγους, να γίνουμε η φωνή των περιθωριοποιημένων και των διωκόμενων και να αντισταθούμε στη μισαλλοδοξία και στο μίσος, με όποια ολέθρια μορφή κι αν αυτά εμφανίζονται.

Το Οικουμενικό Θεολογικό Ινστιτούτο με έπεισε ότι ο οικουμενικός διάλογος αξίζει πραγματικά τον κόπο.